Η προσαύξηση δηλαδή για την προϋπηρεσία δεν αποτελεί πρόσθετη αυτοτελή παροχή, αλλά αποτελεί μέσο για την κλιμάκωση του βασικού μισθού, σύμφωνα με το χρόνο υπηρεσίας του μισθωτού. Τα επιδόματα συμπληρώνουν το βασικό μισθό και συνθέτουν από κοινού το σύνολο των αποδοχών του εργαζομένου.
Ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ανάλογα με τη πηγή προέλευσής τους διακρίνονται σε: α) νόμιμο βασικό μισθό και νόμιμα επιδόματα , β) συμβατικό μισθό και συμβατικά επιδόματα. Ως νόμιμος βασικός μισθός και νόμιμα επιδόματα χαρακτηρίζονται οι μισθολογικές παροχές που προβλέπονται σε κανονιστικές ρυθμίσεις ( ΣΣΕ, διαιτητικές αποφάσεις, νόμο κ.α.). Τα νόμιμα επιδόματα μαζί με το νόμιμο βασικό μισθό συνθέτουν το νόμιμο μισθό. Αντίστοιχα, ο συμβατικός μισθός και τα συμβατικά επιδόματα συνθέτουν τον συμβατικό μισθό. Συμβατικός μισθός είναι κάθε παροχή που καταβάλλεται με αφορμή την παροχή εξαρτημένης εργασίας, στο πλαίσιο συμφωνίας ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο. Παρόλο που τόσο ο συμβατικός όσο και ο νόμιμος μισθός υπάγονται βασικά στο ίδιο νομοθετικό καθεστώς, εντούτοις η διάκριση διατηρεί τη σημασία της, γιατί οι διάφορες προσαυξήσεις και αποζημιώσεις άλλοτε υπολογίζονται με βάση τον πρώτο (π.χ. αποζημίωση λόγω καταγγελίας, επιδόματα αδείας) και άλλοτε με βάση το δεύτερο (π.χ. προσαύξηση νυκτερινής εργασίας, αποζημίωση εκτός έδρας).
Κάθε επίδομα, νόμιμο ή συμβατικό, έχει και μία ξεχωριστή ονομασία, με την οποία εξωτερικεύεται ο ειδικότερος σκοπός για τον οποίο χορηγείται. Π.χ. επίδομα ανθυγιεινής ή επικίνδυνης εργασίας χορηγούμενο σε αντιστάθμισμα για τις δυσμενείς για την υγεία συνθήκες, επίδομα διαχειριστικών λαθών χορηγούμενο σε όσους διαχειρίζονται χρήματα( ταμίες κ.α.) για την κάλυψη τυχόν ζημιών από λάθη που είναι δυνατό να προκύψουν από τη διαχείριση, επίδομα θέσης χορηγούμενο στους μισθωτούς που κατέχουν ορισμένες υπεύθυνες ή ανώτερες θέσεις στην ιεραρχία της επιχείρησης. Ο ειδικότερος σκοπός του επιδόματος αποτελεί το νόμιμο λόγο για την αρχική καταβολή του επιδόματος και για τη συνέχιση της καταβολής του στο μέλλον. Έτσι, αν έχουμε προσωρινή ή οριστική εξαφάνιση της αιτίας για την οποία χορηγήθηκε, διακόπτεται αντίστοιχα η καταβολή του.
Εκτός από την τύχη του επιδόματος, στην περίπτωση που έχουμε προσωρινή ή οριστική εξαφάνιση της αιτίας για την οποία χορηγήθηκε, από τη σύνδεση κάθε επιδόματος με ορισμένο σκοπό προκύπτουν και άλλα ζητήματα. Έτσι, όταν το επίδομα συνδέεται με ορισμένη αιτία που έχει σχέση με το πρόσωπο του εργαζομένου, δημιουργείται το πρόβλημα αν το δικαίωμα για το επίδομα αποκτάται αυτομάτως από τη στιγμή που θα συγκεντρώσει ο εργαζόμενος τα απαιτούμενα προσόντα ή προϋποθέσεις ή μήπως απαιτείται και η γνωστοποίηση τους στον εργοδότη. Γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα αποκτάται από το χρόνο που ο εργαζόμενος θα ανακοινώσει στον εργοδότη το σχετικό γεγονός, εκτός αν αυτός συμβαίνει ήδη να το γνωρίζει. Πάντως, πρέπει να επισημανθεί ότι αρκετές ΣΣΕ προβλέπουν συγκεκριμένο τρόπο γνωστοποίησης των γεγονότων ή θέτουν προθεσμίες προσκόμισης εγγράφων για την απόδειξη τους, οπότε ως ειδικότερες υπερισχύουν. Επίσης, όταν στο ίδιο πρόσωπο συντρέχουν περισσότερες από μία αιτίες που η καθεμιά τους δικαιολογεί τη χορήγηση χωριστού επιδόματος, γεννιέται το ζήτημα αν χωρεί συγχώνευση ή συρροή επιδομάτων. Ως αρχή ισχύει η συρροή των διαφόρων επιδομάτων.
Τα επιδόματα υπολογίζονται κατ΄ αποκοπή ή σε ποσοστό σε σχέση με το βασικό μισθό, οπότε στη δεύτερη περίπτωση αναπροσαρμόζονται με τις αυξήσεις που γίνονται κάθε φορά. Ανάλογα δε με τις διατάξεις ή τις συμφωνίες που τα προβλέπουν, ως βασικός μισθός άλλοτε νοείται ο νόμιμος και άλλοτε ο συμβατικός.

